Back to all articles

Ψυχικό τραύμα, ιστορική μνήμη και δικαιοσύνη: μια εικόνα στις ελληνοκυπριακές πολιτικές ανταπόδοσης

Δημοσιεύτηκε 22 September 2026 · 8 λεπτά ανάγνωσης

Επιμέλεια από CyTopic Editorial Team

Τα πρόσφατα γεγονότα με την ακύρωση του προπονητικού καμπ της Μπαρτσελόνα στην κατεχόμενη Λευκωσία και του μουσικού φεστιβάλ στο κάστρο της Κερύνειας έχουν τροφοδοτήσει μια έντονη συζήτηση για την στάση των Ελληνοκυπρίων απέναντι στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι μεν Ε/κ επικαλούνται την νομιμότητα και την ανάγκη να μην οδηγηθούμε σε άτυπη αναγνώριση της τουρκικής κατοχής. Οι δε Τ/κ κάνουν λόγο για εθνικιστικές σκοπιμότητες από ακραία στοιχεία εντός της ε/κ κοινότητας και μια καιροσκοπική ηγεσία για να τορπιλίσουν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Αφετέρου αυτά έπονται μιας σχετικά πρόσφατης αύξησης στην εγρήγορση ενάντια σε κτηματομεσίτες και επενδυτές που εμπλέκονται με ε/κ περιουσίες στα κατεχόμενα. Μεταξύ αυτών και η γνωστή περίπτωση του Σιμόν Αϊκούτ, ενός Ισραηλινού-Τούρκου επιχειρηματία που βρίσκεται πίσω από τις διάφορες επιχειρήσεις εστίασης "Caesar", ιδίως στο Τρίκωμο.

Για να κατανοήσουμε από πού πηγάζουν αυτές οι αντιδράσεις και γιατί δεν εξηγούνται με το να επικαλούμαστε ότι "το ΕΛΑΜ φταίει" ή ότι δεν αποτελούν απλά πολιτικός μαξιμαλισμός, είναι σημαντικό να εξετάσουμε ποια είναι πραγματικά η οπτική των Ε/κ για την παρούσα κατάσταση και το στάτους κβο εν γένει. Σημειωτέον πως ό,τι ειπωθεί σε αυτό το άρθρο αποτελεί μια περιγραφική ματιά στην προσπάθεια κατανόησής της, και όχι απροκάλυπτη στήριξη, πλήρης αποδοχή ή δικαιολόγηση των όσων θα ειπωθούν. Και όπως θα γίνει αντιληπτό στην πορεία, η ε/κ πλευρά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν δρα κατ' ανάγκην μόνο προμελετημένα και με μακροπρόθεσμη στρατηγική, αλλά και μέσω μιας ανταποδοτικής δυναμικής που χαρακτηρίζει τις διακοινοτικές σχέσεις στην Κύπρο από το 1963 κι έκτοτε.

Μια καλή αφετηρία θα ήταν να σταματήσουμε να τραβάμε μια νοητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον χώρο της πολιτικής και την ευρύτερη κοινωνία. Άλλωστε είναι μια εύκολη δικαιολογία και για τις δύο πλευρές να προσποιούμαστε ότι η εκάστοτε πολιτική τους τάξη είναι κατά κάποιον τρόπο αποκομμένη από την πραγματική λαϊκή βούληση. Στην περίπτωση των Ε/κ, οι πολιτικές παρεμβάσεις όπως οι άνωθι περιπτώσεις αντικατοπτρίζουν σε ένα βαθμό την κατάσταση μιας κοινωνίας με βαθιά ψυχικά τραύματα και σε παρατεταμένο πένθος, παγιδευμένη ανάμεσα στην άρνηση και τον θυμό. Για τους Ε/κ, η εισβολή και η κατοχή έχουν επιφέρει ραγδαίως διαφορετικές απτές υλικές πραγματικότητες ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Η συμβατική οπτική γωνία από στην οποία εδράζονται οι ε/κ πεποιθήσεις είναι ότι έχουν χάσει συγκριτικά πολύ περισσότερα. Όχι μόνο τα πατρογονικά τους εδάφη, αλλά και μεγάλα κομμάτια της ιστορικής και πολιτιστικής τους κληρονομιάς, καθώς και - ίσως πιο καίρια για τον παρόν θέμα - μια τεράστια ποσότητα από περιουσίες και τα μέσα διαβίωσής τους.

Τα πιο κακοήθη και επιθετικά στοιχεία εντός της ε/κ κοινωνίας αντιλαμβάνονται τους Τ/κ ως "καταληψίες" και “σφετεριστές”: άτομα προερχόμενα κατ' εξοχήν από φτωχότερες περιοχές του νησιού που ξαφνικά βρήκαν τους εαυτούς τους να λυμαίνονται τέως ακμάζουσες ε/κ περιουσίες. Μια ιδιαίτερα επικρατούσα ρητορική αυτών των ατόμων όταν γίνεται νύξη για τον κοινό πόνο της προσφυγιάς των δύο κοινοτήτων είναι να "εισηγούνται" στους Τ/κ να επιστρέφουν στα μικρά ορεινά χωριουδάκια τους στην Πάφο και να επιτρέψουν στους Ε/κ να επανεγκατασταθούν στην Μόρφου. Είναι μια στάση που κατά βάση κτίζεται όχι απλά στην υποκειμενική προσωπική τραγωδία της προσφυγιάς, αλλά και στις αντικειμενικές υλικές ανισορροπίες που επέφερε. Ενδεικνύει τις φυσικές στερήσεις και μια αίσθηση εξευτελισμού που συνόδευε αυτή την "ανταλλαγή" περιουσιών.

Ωστόσο ακόμα και πιο μετριοπαθή άτομα έχουν επηρεαστεί ψυχολογικά από την προσφυγική πραγματικότητα των Ε/κ: να εξαναγκάζονται να ζουν σε αντίσκηνα, να ωθούνται σε πρόχειρους προσφυγικούς καταυλισμούς σε περιοχές όπου ένιωθαν ξένοι, και να βλέπουν τις κοινότητες τους να διασπώνται και να σκορπίζονται σε όλο το νησί (και όχι μόνο). Ταυτόχρονα, η εικόνα τους για τους Τ/κ πρόσφυγες περιορίζεται στις συνθήκες από το 1974 κι έπειτα, αγνοώντας την προηγούμενη δεκαετία όπου αρκετοί Τ/κ βρέθηκαν σε παρόμοια θέση, δυσανάλογα με τους Ε/κ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ασυνείδητα να αντιλαμβάνονται τις κακουχίες των Ε/κ και Τ/κ σε διαφορετικά επίπεδα, έτσι ώστε οι ίδιοι να νιώθουν ιδιαιτέρως αδικημένοι από τα ιστορικά γεγονότα.

Ο τρόπος με τον οποίο η εκάστοτε πλευρά διαχειρίστηκε το θέμα πολιτικά και πώς ερμήνευσαν την κατάσταση στο νησί μετά το 1974 έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του. Η τ/κ ηγεσία μετέδωσε το μήνυμα και έκανε το παν για να θεμελιώσει στην συνείδηση του λαού της ότι "αυτό είναι το νέο σας σπίτι". Μια βασική στρατηγική ήταν το να μεταφέρει ακέραιες ολόκληρες κοινότητες από τις ελεύθερες περιοχές στα κατεχόμενα όπου και μετονόμασαν τα χωριά βάσει του τόπου απ' όπου και προήλθαν. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Κοφίνου μεταφέρθηκαν στο Λευκόνοικο το οποίο και μετονομάστηκε σε "Geçitkale" (όπως αποκαλούσαν την Κοφίνου οι Τ/κ από την δεκαετία του 50). Ομοίως, οι Τ/κ του χωριού Μαρί (που το ονόμαζαν "Tatlısu") μεταφέρθηκαν στην Ακανθού, οι Τ/κ της Λάρνακας από την περιοχή της Σκάλας μεταφέρθηκαν στο Τρίκωμο κ.ο.κ. Οι κοινωνικοί δεσμοί και το φάσμα των τοπικών κοινωνιών διατηρήθηκαν, ενώ η λειτουργική μνήμη των τόπων απ' όπου προήλθαν μεταφυτεύτηκε στις καινούριες περιοχές τους εγκατάστασης.

Από την άλλη πλευρά η ε/κ ηγεσία τόνιζε και τονίζει επανειλημμένα ότι ο λαός δεν πρέπει να ξεχάσει. Δεν ξεχνά ούτε τα γεγονότα, ούτε τις ρίζες του, ούτε τον αγώνα του για επιστροφή, ακόμα κι όταν άρχισε να διαφαίνεται ότι αυτή είναι πλέον ανέφικτη στην ολότητά της. Δόθηκαν στους Ε/κ πρόσφυγες τ/κ περιουσίες τις οποίες δεν μπορούν ούτε να ανακαινίσουν χωρίς εξουθενωτική κυβερνητική γραφειοκρατία. Εν μέρει αυτό είναι συνεπές με τον ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν νόμιμος κηδεμόνας των τ/κ περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές, ούτως ώστε να διατηρήσει νόμιμο πάτημα για τον αγώνα για τις ε/κ περιουσίες στα κατεχόμενα. Όμως αυτό - ηθελημένα ή μη - πέτυχε το να μην νιώθουν οι Ε/κ ότι αυτές οι περιουσίες αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν πράγματι το σπίτι τους.

Παρόλ' αυτά, η άνωθι κοινωνικοπολιτική διάσταση του θέματος δεν είναι παρά μόνο μια πτυχή της απαρχής αυτής της διάστασης ανάμεσα στις εμπειρίες των δύο κοινοτήτων. Ένας πιθανολογουμένως πιο καίριος παράγοντας είναι και η μακροχρόνια μνησικακία των Ε/κ που τροφοδοτείται από την αδυναμία να αποδεχθεί την ανικανότητά της να αλλάξει τα τεκταινόμενα στα κατεχόμενα. Ο μέσος Ε/κ συχνά εκτίθεται σε εικόνες και πραγματικότητες που εγείρουν θλίψη και θυμό. Η γιγαντιαία σημαία του ψευδοκράτους στον Πενταδάκτυλο και η παράνομη διάνοιξη των Βαρωσίων σε τουρίστες είναι τα πιο προφανή παραδείγματα. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές περισσότερες τέτοιες προκλήσεις που είναι σαφώς μικρότερες και πιο διακριτικές, αλλά και πιο συνεχείς σε σημείο που δεν αφήνουν το αίσθημα του πόνου και της μνησικακίας να κατευναστεί.

Ένας Ε/κ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βομβαρδίζεται από πολυάριθμες διαφημίσεις από τα κατεχόμενα στις οποίες επιδεικνύονται από ξενοδοχεία, οικόπεδα και επαύλεις, μέχρι εστιατόρια και μπαρ - πολλά εκ των οποίων σε γη που νόμιμα ανήκει σε Ε/κ. Υπάρχουν διάφορες ομάδες στο Facebook όπου Ε/κ μοιράζονται φωτογραφίες από την παρούσα κατάσταση χριστιανικών μνημείων και εκκλησιών στα κατεχόμενα: συνήθως ετοιμόρροπες, κατεστραμμένες/λεηλατημένες ή αναπροσαρμοσμένες σε κάτι που θεωρείται ασεβές ή βέβηλο (στάβλοι, τουριστικά γραφεία, πίστες χορού, αρένες πολεμικών τεχνών κτλ). Δικαιολογημένα ή μη, αυτό ξυπνάει ένα αίσθημα ασυμμετρίας: "εμείς διατηρούμε τα σπίτια και τα τζαμιά τους, ενώ αυτοί καταστρέφουν ή λυμαίνονται τα σπίτια, τις εκκλησίες και τα ιστορικά μας μνημεία".

Η μνησικακία σε αυτή την πραγματικότητα είναι λιγότερο μια εκούσια διατηρημένη στάση από επιμονή, και περισσότερο ένας ανεξίτηλος πόνος ο οποίος συνεχώς αναζωπυρώνεται με μια γερή δόση από αλάτι σε πληγές που δεν έχουν καλά καλά επουλωθεί. Και αντίκρυ σε αυτή την αδικία, μια μερίδα της ε/κ κοινωνίας θέλει να ανταποδώσει με το ένα πράγμα που νιώθει ότι έχει με το μέρος της: την διεθνή διπλωματική αναγνώριση, και μέσω αυτής το διεθνές δίκαιο. Έτσι ανά διαστήματα "φτάνει ο κόμπος στο χτένι" ή υπάρχει ένα φαινομενικό όριο που ξεπεράστηκε που έχει σαν αποτέλεσμα να υπάρχει η ανάγκη για δράση. Και λέω "φαινομενικό" διότι το μουσικό φεστιβάλ στο κάστρο της Κερύνειας και ο σφετερισμός ε/κ περιουσιών - είτε θέλουμε να το πιστέψουμε, είτε όχι - δεν αποτελούν κάτι ασυνήθιστο ή ιδιάζον. Αν και σίγουρα κάποιες εκδηλώσεις ή περιπτώσεις σφετερισμού όπως του Αϊκούτ είναι πιο επιφανείς λόγω του μεγέθους τους, πάμπολλες παρόμοιες εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα στα κατεχόμενα, και πάμπολλοι επενδυτές και κτηματομεσιτικές εταιρείες λυμαίνονται ε/κ περιουσίες εδώ και χρόνια. Κι όμως νιώθουν ότι υπάρχει ένα αποκορύφωμα θυμού ή κάτι υπερβολικά σκανδαλώδες σε σημείο που η ε/κ πολιτική τάξη αποφασίζει να χειριστεί το διεθνές δίκαιο σαν σφυρί για να χτυπήσει πίσω.

Για τους Τ/κ η Κυπριακή Δημοκρατία δρα σαν ένας μεγάλος νταής: έχουν την διεθνή αναγνώριση, τις μεγάλες εμπορικές φίρμες, τις περισσότερες σημαντικές εκδηλώσεις, τον περισσότερο πλούτο, κι όμως κυνηγάνε αυτά τα "μικροπράγματα" για να κάνουν την ζωή των Τ/κ δύσκολη. Κάποιοι Τ/κ ισχυρίζονται μάλιστα ότι οι Ε/κ με αυτές τους τις ενέργειες προσπαθούν να "σβήσουν" την τ/κ κοινότητα ή να τους καταστήσουν αόρατους. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι για τους Ε/κ ισχύει ακριβώς το αντίθετο: νιώθουν τους εαυτούς τους σαν την ασθενέστερη πλευρά που μάχεται ενάντια σε μια βίαια επιβαλλόμενη κατάσταση που είναι ανήμποροι να αλλάξουν. Αυτές οι στιγμές του διεθνούς δικαίου σαν "σφυρί" φαντάζουν σαν μικρές νίκες ενός Ε/κ Δαβίδ ενάντια σε έναν Τούρκο (και όχι Τ/κ) Γολιάθ. Έτσι όπως σε κάθε πτυχή του Κυπριακού που παραμένει ανοιχτή και άλυτη, το κλειδί σε αυτή την αντιπαράθεση είναι ότι και οι δύο πλευρές βλέπουν τον εαυτό τους σαν τα κύρια θύματα των περιστάσεων που πολεμούν απέναντι σε έναν ισχυρότερο εχθρό.

Τέλος, υπάρχει μια ιδιαίτερη δόση ειρωνείας εντός της τ/κ κοινότητας που πολλοί εντός της ε/κ κοινωνίας αισθάνονται, προκαλώντας μια έλλειψη εμπιστοσύνης για τα πραγματικά τους κίνητρα. Από την μια πλευρά, οι Τ/κ νιώθουν ότι δικαιούνται (δικαίως) τα θεμελιώδη τους δικαιώματα σαν πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, φαίνονται διστακτικοί να απωλέσουν τα προτερήματα του στάτους κβο όπως τα καταλαβαίνει η ε/κ πλευρά, π.χ. η εκμετάλλευση ε/κ περιουσιών και η χρήση ιστορικών μνημείων χωρίς την συγκατάθεση των Ε/κ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι Ε/κ αντιλαμβάνονται τους Τ/κ σαν να έχουν την νοοτροπία "τα δικά μας εν δικά μας, τα δικά σας πάλε δικά μας". Επομένως οι Ε/κ σε τέτοιες περιπτώσεις ανταπόδοσης δεν νιώθουν ότι απομονώνουν τους Τ/κ, αλλά ότι βάζουν όρια στην δική τους εκμετάλλευση.

Εν τέλει αυτές οι πολιτικές πρακτικές αντικατοπτρίζουν μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη των Ε/κ για το στάτους κβο: "δεν είναι φυσιολογικό, δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν φυσιολογικό, και αρνούμαι κατηγορηματικά ο οποιοσδήποτε άλλος να το θεωρεί φυσιολογικό". Από τον τουρισμό και την ανάπτυξη ακινήτων, μέχρι τον αθλητισμό και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, η ε/κ κοινωνία τους αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα και από την έμμεση αναγνώριση της κατοχής. Στέλνουν το μήνυμα ότι οι Τ/κ και ο κόσμος εν γένει είναι απαθής - ή ακόμα χειρότερα βολεμένος και σύμφωνος - με μια κατάσταση πραγμάτων που έχει ψυχικά καταρρακώσει και συνεχίζει να στοιχειώνει τους Ε/Κ για 52 ολόκληρα χρόνια.

What did you think of this article?

Ad space (728x90) – supports Cylingo & CyTopic

Want to share your own story? Visit 'Write With Us' on the homepage