Η εσχατολογία της λύσης
Η «λύση του Κυπριακού» συζητείται εδώ και δεκαετίες σαν ένα ιστορικό ορόσημο που κάποτε θα έρθει. Σαν την τελική στιγμή που θα δικαιώσει, θα καταστρέψει ή θα λυτρώσει. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι προβληματικός γιατί δυστυχώς, σπάνια την αντιμετωπίζουμε σαν αυτό που είναι: μια κατάσταση που θα πρέπει να λειτουργήσει στην πράξη.
Εδώ και 51 πλέον χρόνια (για κάποιους ακόμα περισσότερα) αναμένουμε με αγωνία τη “λύση του κυπριακού”. Η φράση αυτή, είτε προέρχεται από συζητήσεις στα πάλαι ποτέ κρατικά καφενεία, είτε από μεγάφωνα σε πολιτικές συγκεντρώσεις, είτε από αισθητικά “προσεγμένες” τηλεοπτικές συνεντεύξεις και δηλώσεις, παραμένει τόσο ασαφής όσο ποτέ. Και γιατί; Γιατί κατά την άποψη μου έχουμε φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζουμε τη “λύση” αυτή, όχι σαν επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά σαν να είναι ένας μυθικός προορισμός, τον οποίο όλο προσεγγίζουμε αλλά ποτέ δεν φτάνουμε.
Η κυπριακή κοινωνία, όχι μόνο έχει κατά βάση αποδεχτεί αυτή τη προσέγγιση, αλλά την έχει αγκαλιάσει, την έχει κάνει κτήμα της, σε βαθμό που πιστεύω ο Τάνταλος θα ζήλευε. Νομίζω σχετικά με το ζήτημα αυτό έχει χυθεί αρκετό μελάνι, και μάλιστα πολύ εύστοχα. Θα παρέπεμπα όποιον ενδιαφέρεται για μια πραγματικά διαφωτιστική ανάλυση στο βιβλίο, “Ο Ντένκτας στο Νότο” του Γρηγόρη Ιωάννου. Εγώ όμως θέλω να εστιάσω με το παρόν σε κάτι συγκεκριμένο, που αφορά κατά βάση όλους εμάς που πράγματι θέλουμε να ζήσουμε την Κύπρο επανενωμένη: Πρέπει να παραμείνουμε ρεαλιστές, και να προετοιμαστούμε ουσιαστικά.
Η προσπάθεια για λύση του Κυπριακού, όπως εύκολα είναι λογικό, αποτελεί ζήτημα υψηλής πολιτικής. Οι διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα πάντα σε κάποιο μακρινό και κρύο μέρος, συνήθως στην Ελβετία, γεγονός που εντείνει την αντίθεση με το θερμό μεσογειακό κυπριακό κλίμα στο οποίο καλούμαστε να εφαρμόσουμε τις συγκλίσεις των συζητήσεων αυτών. Αναφέρομαι στο κλίμα για να εκφράσω κάτι που όλοι καταλαβαίνουμε αλλά δεν αντιμετωπίζουμε ευθέως. Η λύση του κυπριακού, ακόμα και αν συμφωνηθεί, με την προμούσα αυτή κατάσταση εκ του προοιμίου κάτι ξένο, δοτό, ακόμα και επιβαλλόμενο από πάνω προς τα κάτω. Η κοινωνία των πολιτών, φαίνεται σε αυτή τη διαδικασία, απουσία, και κυρίως, δεν δίνεται χώρος στον μέσο πολίτη να αντιληφθεί το πραγματικό διακύβευμα και να απεγκλωβιστεί από ιδεολογικά δόγματα του παρελθόντος.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο πολιτικό και διπλωματικό. Όπως προκύπτει ως ζήτημα αρχής σε κάθε προσπάθεια αποαποικιοποίησης, το πιο δύσκολο σε πράγματα είναι ακόμα ο εαυτός μας, και κυρίως, οι πληγές είναι ακόμα νωπές. Εδώ, έχει σημασία να τονίσουμε ότι στην Κύπρο δεν στρέψαμε ποτέ το ζήτημα της ταυτότητας, κυρίως ενδοκοινοτικά. Ενω σε άλλα μέρη με πολύ διαφορετική από τη δική μας ιστορία, έχουν χυθεί “μύθοι” και “ήρωες” και έχουν γίνει πραγματικές συνεννοήσεις απεγκλωβισμένων ιδεολογικών αντιλήψεων, στο νησί μας βιώνουν μέχρι και σήμερα όροι προσδιοριστικοί του συνόλου. “Κύπριος” “Ελληνοκύπριος” “Τουρκοκύπριος” “Τούρκος” “Έλληνας” “Ελληνόφωνος” “Τουρκόφωνος”, ακόμα και “Κυπραίος”, είναι όλοι όροι φορτισμένοι με ιδεολογία.
Με τον βίαιο διαχωρισμό των Κυπρίων, πρώτα τη δεκαετία του 60’ και με την κορύφωση της εισβολής το 1974, η διάδοση ενός “nation building narrative”, υπήρξε σε τροχιά εφαρμογής και στις δυο “όχθες” της πράσινης γραμμής. Όμως, το αφήγημα των δύο πλευρών, δηλαδή η σχετικά πρόσφατη και εύθραυστη ιστοριογραφία, είναι κατά βάση ευθέως συγκρουσιακή η μία για την άλλη. Κατά συνέπεια, δεν καλλιεργείται πνεύμα συνεργασίας, αλλά ανταγωνισμού, και η λύση του κυπριακού ακρωτηριάζεται, απο ευκαιρία αντιμετώπισης των παθογενειών της κάθε κοινότητας, σε ενα zero sum παιχνίδι επικράτησης.
Απο τη πορεία αυτή ωστόσο, γνωρίζουμε καλά ότι κάποιοι βγαίνουν κερδισμένοι. Επειδή θέλω να κρατήσω την έκταση του άρθρου αυτού περιορισμένη, θα αναφέρω ενδεικτικά την πολιτική επιβίωση (και επικράτηση) ορισμένων πολιτικών δυνάμεων, τον σφετερισμό και την κρυστάλλωση δήθεν “εγκαταλελειμμένων” περιουσιών, τη διαρκή στρατιωτικοποίηση, την απομόνωση και σταδιακή αφομοίωση των τουρκοκυπρίων, την εκμετάλλευση της κρατικής δομής για προσωπικά οφέλη, την έλλειψη ενός πλήρους και λειτουργικού συνταγματικού πλαισίου, και άλλα πολλά ακόμα πράγματα που παρεκτρέπονται από το άλλο εθνικό πρόβλημα.
Θέλω όμως να παραδεχτώ κάτι: Όλοι επωφελούμαστε από την ψευδαίσθηση της κανονικότητας, ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Είμαστε πράγματι η γενιά της επιτευχθείσης πλέον ειρήνης. Δεν βιώνουμε συγκρούσεις, δεν ακούμε βομβαρδισμούς, και δεν αισθανόμαστε κίνδυνο από κάποια παραστρατιωτική οργάνωση. Η πολιτική είναι μεν πολύπλοκη, αλλά όχι αιματηρή, ενω το βιοτικό και μορφωτικό μας επίπεδο για αυξάνει εντυπωσιακά. Η αλήθεια όμως είναι πως η κατάσταση, όσο εύημερη και αν φαίνεται, δεν είναι κανονική, και κυρίως, δεν είναι μόνιμη.
Σε αυτό το πλαίσιο διαδεδομένη είναι η αντίληψη, και δικαίως, πως η δυσλειτουργική λύση, θα διασφαλίσει αυτή την ακριβώς την ηρεμία που έχουμε συνηθίσει. Υπάρχει, λοιπόν εδώ, κάτι παράδοξο: Από τη μία έχουμε τη πολιτική βολεμένη με την κατάσταση μας, ενω από την άλλη μας υπόσχονται μια λύση δήθεν που ως δια μαγείας θα μας λύσει όλα τα προβλήματα, χαρίζοντας μας “δικαίωση”, “απελευθέρωση”, “νέα προοπτική”. Τελικά, αυτό που ζούμε είναι μια μόνιμη μετέωρη κατάσταση, μια ατελείωτη διαπραγμάτευση χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι είναι αυτό που επιδιώκουμε.
Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να επιδιώκουμε μια πολιτική διευθέτηση; Όχι. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να καταλάβουμε πως η λύση είναι κάτι πραγματικό που θα κληθούμε, όταν τη συμφωνήσουμε, να την εφαρμόσουμε. Το πραγματικό επιδίωκο, δεν είναι το διαπραγματευτικό παζάρι, ουτε η κάλπη του δημοψηφίσματος. Είναι το γεγονός ότι βλέπουμε τη λύση σαν κάτι στιγμιαίο, σαν ένα σημείο, στο οποίο όταν φτάσουμε, είτε θα καταστρέψει (θυμίζω τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου περί “εθνικής αυτοκτονίας”) ή θα “φέρει ειρήνη και ευδαιμονία”, ενω η άλλη θα είναι απλή λύτρωση.
Καταλήγω λοιπόν λέγοντας, πως αν θέλουμε να αντιλαμβανόμαστε τη “λύση” ως κάτι περισσότερο από ένα πολιτικό σύνθημα, οφείλουμε να προετοιμαστούμε έμπρακτα. Τώρα. Όσο κι αν αδυνατεί η πολιτική ηγεσία να κατανοήσει ευθέως τη ΔΔΟ, καταφεύγοντας σε σκόπιμα γενικόλογους όρους όπως “συμφωνημένο πλαίσιο”, από εδώ και στο εξής το πολιτικό περιεχόμενο της. Και στο πλαίσιο αυτό, καλείται μελλοντικά ο κυπριακός λαός να συνυπάρξει. Αν λοιπόν δεν εργαστούμε ουσιαστικά και ρεαλιστικά για να ετοιμάσουμε το έδαφος, τότε η φράση “λύση του κυπριακού” θα παραμείνει ένας εσχατολογικός μύθος, ενω χρόνο με το χρόνο η Κύπρος θα συνεχίζει τη πορεία της σε αβέβαια και επικίνδυνα μονοπάτια.