Η Κύπρος που γνώρισα: χρώματα και νότες
Η Κύπρος που γνώρισα: χρώματα και νότες
Τις τελευταίες μέρες, η Κύπρος έχει πάρει δημοσιότητα για λανθασμένους λόγους. Αυτή η Κύπρος, δεν είναι η δική μας Κύπρος. Δεν είναι η δική μου Κύπρος. Ναι, υπάρχει μια άλλη Κύπρος που δεν χωρά σε φίλτρα και καρτ ποστάλ. Δεν είναι γκρίζα και μονόχρωμη, αλλά φως σπασμένο σε ψηφίδες, σε χρώματα, σαν ένα ουράνιο τόξο που εμφανίζεται μόνο αν σταθείς στο σωστό σημείο. Είναι η άλλη Κύπρος, η δική μας Κύπρος, που δεν επιβάλλεται αλλά αποκαλύπτεται σιγά-σιγά σε όποιον προσπαθήσει να τη δει. Δεν φωνάζει για προσοχή, αλλά αν της τη δώσεις, σε ανταμείβει. Αυτή η Κύπρος δεν είναι απλώς εικόνα, είναι συναίσθημα. Είναι οι μικρές στιγμές που μοιάζουν ασήμαντες, αλλά μαζί σχηματίζουν κάτι βαθύ και ανθεκτικό. Είναι ένας τόπος που δεν ζητά να τον εξηγήσεις, μόνο να τον παρατηρήσεις. Και τότε καταλαβαίνεις ότι εδώ η Ιστορία και η κουλτούρα δεν είναι κεφάλαια βιβλίου, αλλά χρώματα που πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και δεν αμαυρώνονται ποτέ.
Το πρώτο χρώμα είναι στο χώμα. Ζεστό, κόκκινο, σκονισμένο, παρόν. Το βλέπεις στα χωριά, στα χαμηλά σπίτια, στα χέρια των ανθρώπων. Είναι το χρώμα της μνήμης, εκείνο που κρατά το βάρος του χρόνου χωρίς να σπάει. Στους τοίχους που έχουν δει γενιές να περνούν, στις αυλές που μεγάλωσαν παιδιά, στο ψωμί που ζυμώνεται αργά, όπως η Ιστορία ζυμώνει τον λαό μας εδώ και αιώνες. Το χώμα της Κύπρου δεν είναι βαρύ, είναι σταθερό. Δίπλα του, το πράσινο του Τροόδους, των αμπελιών, των λεμονιών και των πορτοκαλιών, που απλώνονται στη Μεσαορία, την Αμμόχωστο, την Καρπασία, την ορεινή Λεμεσό. Μικρές καλλιέργειες, λίγα δέντρα, αρκετά για να θυμίζουν ότι η ζωή εδώ χτίστηκε με υπομονή και μόχθο. Κάθε ρίζα έχει κάτι να πει, όχι δυνατά, αλλά πάντα ειλικρινά. Τις πιο ωραίες ιστορίες τις λένε οι ελιές μας. Σύμβολα μιας δημοκρατικής παράδοσης αγώνων και Φιλοσοφίας, αιώνων.
Μετά έρχεται φυσικά το μπλε, όχι μόνο της θάλασσας, αλλά και του βλέμματος της προσωποποιημένης Κύπριδας. Είναι το μπλε του ορίζοντα που ανοίγει τον νου, το μπλε των απογευμάτων στα ψαροχώρια που ο χρόνος χαλαρώνει. Από το λιμανάκι της Κερύνειας μέχρι την τελευταία ακρογιαλιά. Η θάλασσα δεν είναι συστατικό τουριστικών σποτ για εμάς, είναι συντροφιά. Δίπλα της γεννήθηκαν ιστορίες, τραγούδια, σιωπές, έρωτες. Και μέσα σε αυτό το μπλε ακούς ήχους. Ο παφλασμός των κυμάτων, παντρεύεται με βιολί, λαούτο, φωνές που τραγουδούν χωρίς μικρόφωνο. Η μουσική εδώ έχει χρώμα, αλλάζει από νότα σε νότα. Πότε είναι βαθιά και σκοτεινή, πότε φωτεινή και παιχνιδιάρικη. «Φωνή καταραμένη», «φωνή παφίτικη», «φωνή αυκορίτισσα». Δεν μένει ίδια γιατί δεν χρειάζεται. Είναι όπως οι άνθρωποι που τη φτιάχνουν, αληθινοί, χωρίς προσπάθεια να μοιάσουν σε κάτι άλλο. Άνθρωποι που τραγουδούν πότε τις πίκρες τους και πότε τον πόθο τους για την Αροδαφνούσα.
Υπάρχει, βέβαια, και το κίτρινο. Το χρώμα του ήλιου μας, του φαγητού, της συνάντησης. Το τραπέζι στην Κύπρο είναι τόπος έκφρασης. Πιάτα που γεμίζουν και αδειάζουν, ποτήρια που σηκώνονται χωρίς λόγο, κουβέντες που δεν βιάζονται να τελειώσουν. Το κίτρινο είναι η φιλοξενία που δεν εξηγείται, απλώς συμβαίνει. Στα Λεύκαρα, στο Όμοδος, στην Κακοπετριά. Είναι το φως που πέφτει στα σοκάκια το απόγευμα, στις πόρτες που μένουν μισάνοιχτες. Και μέσα σε αυτό το φως κινούνται οι άνθρωποι, με έναν ρυθμό που δεν υπακούει σε ρολόγια. Νέοι που ψάχνουν τρόπους να εκφραστούν, παλιοί που δεν φοβούνται να δείξουν τρυφερότητα. Όλοι κομμάτι της ίδιας παλέτας που διάλεξε η Μεσόγειος για να μας ζωγραφίσει.
Και στο τέλος, όλα τα χρώματα μαζί, όλες οι αποχρώσεις. Η άλλη Κύπρος δεν διαλέγει. Δεν είναι μόνο παλιά ούτε μόνο νέα, ούτε ήσυχη ούτε έντονη. Είναι όλα αυτά και τίποτα, ταυτόχρονα. Ένα ουράνιο τόξο που δεν σχηματίζεται στον ουρανό αλλά στην ίδια τη ζωή. Για τη δική μου γενιά, αυτή η Κύπρος δεν είναι κάτι που πρέπει να διασωθεί σαν έκθεμα, αλλά κάτι που πρέπει να συνεχιστεί σαν λαϊκός θρύλος που συνεχίζουμε να τραγουδάμε. Πρέπει να την περπατήσουμε, να την ακούσουμε, να την αλλάξουμε χωρίς να τη σβήσουμε. Γιατί η ομορφιά της δεν είναι στην μονοτονία, αλλά στην ανάμειξη που γεννά το νέο. Όσο υπάρχουν μάτια που παρατηρούν και καρδιές που νιώθουν, αυτό το ουράνιο τόξο δεν θα ξεθωριάσει. Θα αλλάζει, όπως αλλάζουμε κι εμείς. Αυτή είναι η Κύπρος μας και όποιος θέλει να την λερώσει, δεν την αγάπησε ποτέ πραγματικά.