Η Κύπρος δεν αποαποικιοποιήθηκε πλήρως ποτέ
Υπάρχει κάτι εγγενώς μακάβριο και ταυτόχρονα αφελώς ανάλαφρο κάθε φορά που η αποικιοκρατία τίθεται προς συζήτηση στους κυπριακούς κύκλους. Αυτή η ελαφρότητα εκδηλώνεται στον τρόπο με τον οποίο συζητούμε αστειευόμενοι — σχεδόν σαν να μιλάμε για ένα πλαστό αφήγημα — τις αδικίες της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας στην Κύπρο και τη σκοτεινή πλευρά της κληρονομιάς της.
Εμφανίζεται σε πολλές και διάφορες μορφές: από την απάθεια και την άγνοια απέναντί της, μέχρι την νοσταλγία και τη ρομαντικοποίηση της περιόδου.
Ακόμη και η επιφανειακή αναφορά στο ότι το αποικιακό παρελθόν της Κύπρου δεν αποτελεί πραγματικά παρελθόν, αλλά το προηγούμενο στάδιο της παρούσας μορφής της, αρκεί για να προκαλέσει δυσάρεστες αντιδράσεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, παράξενα βλέμματα.
Το κοινότοπο αφήγημα είναι απλό: «διώξαμε τους Βρετανούς το 1960, για ποια αποικιοκρατία μιλάμε;».
Η παραπάνω αντίληψη είναι κατανοητή αν αντιμετωπίσουμε τη βρετανική κυριαρχία στο νησί ως ακόμη μία ξένη κατοχή.
Αν και μπορεί κανείς να συζητήσει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας τέτοιας κατοχής μετά τη λήξη της, είναι ωστόσο αυτονόητο ότι η κατάσταση της κατοχής έχει πλέον τερματιστεί.
Η αποικιοκρατία, όμως, δεν είναι συνώνυμη της ξένης κατοχής, ούτε απλή παραλλαγή της.
Αντίθετα, αποτελεί ένα σύστημα βαθιά ριζωμένο στον ίδιο τον τρόπο προσέγγισης των υπόδουλων πληθυσμών, του πολιτισμού τους, της ιστορίας τους, της κληρονομιάς τους κ.λπ.
Είναι ένα σύστημα δομημένο γύρω από μια μυθολογία ανωτερότητας της κυρίαρχης ομάδας έναντι της γηγενούς, με σκοπό να στερήσει από τη δεύτερη όχι μόνο την ελευθερία της, αλλά ακόμη και τη δυνατότητα να τη διεκδικήσει ισότιμα.
Αρχικά χρειάζεται να είμαστε ξεκάθαροι: η βρετανική αποικιοκρατία, ακόμη και στην πιο απτή και άμεση της μορφή, εξακολουθεί να υπάρχει μέσω των Κυρίαρχων Βρετανικών Βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, και συνεπώς είναι εύκολο να επισημανθεί ότι δεν έχουμε πραγματικά αποτινάξει πλήρως τις αλυσίδες των τέως κυρίαρχών μας.
Παρόλ’ αυτά, δεν είναι αυτό το επίκεντρο του άρθρου.
Η ουσία είναι το πώς η ίδια η κυπριακή κοινωνία και οι θεσμοί της δεν έχουν ανακάμψει από το αποικιακό τους παρελθόν.
Είναι όλοι οι τρόποι με τους οποίους η κυπριακή κοινωνία παραμένει επισκιασμένη από αυτό σε κάθε της πτυχή.
Πρόσφατα έκανα μια ανάρτηση σχετικά με μια αίτηση που ξεκίνησα για τον επαναπατρισμό μιας συλλογής κυπριακών αρχαιοτήτων που ανευρέθηκαν και πάρθηκαν από Σουηδούς αρχαιολόγους τη δεκαετία του 1930, όταν η Βρετανία εξακολουθούσε να ελέγχει το νησί.
Αναφέρθηκα ρητά στον αποικιακό χαρακτήρα αυτής της πρακτικής· στο πώς οι παλαιότερες αρχαιολογικές ηθικές αντιλήψεις επέτρεπαν τον σφετερισμό ιστορικών θησαυρών, καθώς οι ντόπιοι θεωρούνταν ανάξιοι να τους διαφυλάξουν ή να τους προστατεύσουν, και στο πώς οι βρετανικές αποικιακές αρχές προχωρούσαν σε συμφωνίες χωρίς δημοκρατική μέριμνα για τη βούληση των ίδιων των Κυπρίων.
Ωστόσο, πρόσφατα είχα την ευκαιρία να συναντηθώ και να συνομιλήσω με τη Δρ. Αντιγόνη Ηρακλείδου και τη Δρ. Θεοπίστη Στυλιανού-Λάμπερτ του Museum Lab του ερευνητικού κέντρου CYENS, και το έργο τους υπέδειξε ακόμη περισσότερα παρεμφερή αποικιακά κατάλοιπα.
Ανέφεραν ότι ελάχιστοι άνθρωποι εκτός του χώρου των τεχνών — ακόμη και εντός του Τμήματος Αρχαιοτήτων — έχουν πάρει ουσιαστικές πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό κυπριακών αρχαιοτήτων που αφαιρέθηκαν κατά τη βρετανική αποικιακή περίοδο.
Ενώ υπάρχει έντονος ζήλος, πολιτική εμπλοκή και ακόμα και στήριξη της Εκκλησίας της Κύπρου για τον επαναπατρισμό κλοπημέων βυζαντινών αρχαιοτήτων από την κατεχόμενη Κύπρο μετά την εισβολή, το ίδιο δεν ισχύει για εκείνους τους θησαυρούς που αφαιρέθηκαν από Αμερικανούς και Ευρωπαίους.
Και σε όλες αυτές τις συζητήσεις, αυτό που ξενίζει ιδιαίτερα είναι ότι το έργο και η συμβολή Κυπρίων εργατών και ειδικών αγνοείται, αν όχι αποκρύπτεται σκόπιμα.
Το ίδιο ισχύει και για την προσέγγιση πολλών άλλων ζητημάτων.
Γνωρίζουμε ότι οι Βρετανοί προχώρησαν σε αποξήρανση των πλείστων βάλτων της Κύπρου φυτεύοντας ευκαλύπτους και ότι έτσι εξαλείφθηκε η ελονοσία — μια ασθένεια που κάποτε ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στο νησί.
Ωστόσο, σπάνια αναφέρεται ότι αυτό στην πραγματικότητα επιτεύχθηκε από τον Τουρκοκύπριο Μεχμέτ Αζίζ και την ομάδα του αποτελούμενη από Κύπριους που γύρισαν κάθε γωνιά του νησιού για να εξαλείψουν εστίες κουνουπιών και να καταστήσουν τις περιοχές ασφαλείς.
Υπάρχει, επομένως, αυτή η πανταχού παρούσα μυθολογία ότι οι Βρετανοί «έφεραν τον πολιτισμό» στην Κύπρο, μας εκσυγχρόνισαν, μας παρείχαν όσα χρειαζόμασταν κ.ο.κ.
Και όμως, μια πιο σχολαστική έρευνα δείχνει ότι συχνά αυτές οι πράξεις έμοιαζαν περισσότερο με συναλλαγές που είχαν αλλότρια κίνητρα εκμετάλλευσης· δεν είχαν σχεδιαστεί για τον απλό Κύπριο αγρότη ή σαν έργα προς όφελος των ίδιων των Κυπρίων.
Αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε συλλογική εθελοτυφλία εκδηλώνεται με δύο τρόπους: είτε με το σχόλιο μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι οι Βρετανοί ίσως έπρεπε να είχαν κρατήσει το νησί, είτε με την άποψη ότι η βρετανική κυριαρχία υπήρξε μιας μορφής ευλογία ή συλλογικό καλό.
Το δεύτερο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο και προωθείται από δημόσια πρόσωπα με ενασχόληση στην ιστορία της Κύπρου όπως ο Μακάριος Δρουσιώτης.
Ο κ. Δρουσιώτης έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι η έναρξη της βρετανικής κυριαρχίας στο νησί είναι η ημέρα που «η Κύπρος απελευθερώθηκε», ότι πριν από τους Βρετανούς «οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους», ότι «οι γιαγιάδες μας κουβαλούσαν νερό από αρκάτζια», ότι οι Βρετανοί μας έδωσαν τρεχούμενο νερό, δρόμους, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και ότι αυξήθηκαν τα ποσοστά αλφαβητισμού.
Παρότι αυτά αντανακλούν την πραγματικότητα της βελτίωσης των υλικών συνθηκών στην Κύπρο κατά την Αγγλοκρατία, αντιπαραβάλλονται με υπεραπλουστευμένο τρόπο με μια ακραία οθωμανική κακοδιαχείριση που μετέτρεψε την Κύπρο σε έναν παρακμάζων χώρο φορολογικής εκμίσθωσης, παραχωρημένο μέσω δωροδοκιών και άλλων μορφών διαφθοράς.
Για ακόμη μία φορά, υπονοείται ότι οι «πρωτόγονοι, οπισθοδρομικοί Κύπριοι» δεν θα μπορούσαν ποτέ να αυτοδιοικηθούν επαρκώς και ότι χρειάζονταν την εποπτεία και καθοδήγηση των «πεφωτισμένων Βρετανών».
Οι ίδιοι οι Βρετανοί, από την άλλη, δεν επιχείρησαν ποτέ να αποκρύψουν τις προθέσεις τους στο νησί.
Στο βιβλίο του «Cyprus as I saw it in 1879», ο Sir Samuel White Baker αναφέρεται ξεκάθαρα στις πραγματικές προθέσεις των Βρετανών στην Κύπρο.
Δεν μπορεί να αναμένεται ότι οι Άγγλοι αξιωματούχοι θα λάβουν θαυματουργικά το χάρισμα των πύρινων γλωσσών και θα απευθύνονται στους προσωρινούς υπηκόους τους στα τουρκικά και στα ελληνικά· όμως είναι εξαιρετικά σημαντικό να ιδρυθούν χωρίς καθυστέρηση σχολεία σε ολόκληρο το νησί για την εκπαίδευση των νέων, οι οποίοι μέσα σε δύο ή τρία χρόνια θα αποκτήσουν γνώση της αγγλικής γλώσσας. Όταν ο λαός κατανοήσει τη γλώσσα μας, θα αφομοιωθεί με τα έθιμα και τις ιδέες μας και θα αισθάνεται ότι αποτελεί μέρος της αυτοκρατορίας μας· αλλά μέχρι τότε ένα κενό θα τους αποκλείει από την κοινωνική συναναστροφή με τους Άγγλους κυβερνήτες τους, και φυσικά θα έλκονται προς την Ελλάδα μέσω του απλού μέσου της μητρικής τους γλώσσας.[...]
Το γεγονός αυτό είναι προφανές σε όλους όσοι μπορούν να ισχυριστούν ότι γνωρίζουν το νησί, και το ερώτημα θα τεθεί φυσικά: «Καταλήφθηκε η Κύπρος για γεωργικούς σκοπούς;» Φυσικά γνωρίζουμε ότι δεν έγινε για αυτόν τον λόγο· αλλά από την άλλη, αν αναγνωρίσουμε την αλήθεια, «ότι έγινε αποδεκτή ως ένα στρατηγικό στρατιωτικό σημείο», είναι ιδιαίτερα επιθυμητό η χώρα να είναι αυτάρκης, αντί να εξαρτάται κυρίως από εξωτερικές προμήθειες, όπως η Μάλτα και το Γιβραλτάρ.
Αν η Κύπρος ανήκε στην Αγγλία ή σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη, θα αποτελούσε πολύτιμη απόκτηση. Είδαμε ότι υπό την τουρκική διοίκηση ήταν ένα μικρό ορυχείο πλούτου, και παραμένει στην ίδια θέση για τους πρόσφατους κυρίους της.[...]
Αν η Κύπρος μπορεί, χωρίς υπερβολική φορολογία, να αποφέρει έσοδα £170,000, είναι προφανές ότι θα υπήρχε μεγάλο περιθώριο για εκείνα τα απολύτως αναγκαία δημόσια έργα — αρδευτικά έργα, τον έλεγχο του ποταμού Πεδιαίου, οδοποιία, λιμενικά έργα, γέφυρες, επέκταση των δασών και των δασοφυλάκων, καθώς και πλήθος μικρότερων βελτιώσεων, όπως επαρχιακά σχολεία για τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Στην πραγματικότητα, αν κατείχαμε την Κύπρο χωρίς αγορά ως κατακτημένη χώρα, όπως η Κεϋλάνη, ο Μαυρίκιος ή άλλες από τις αποικίες μας, θα κατείχε την εξαιρετική θέση μιας αποικίας που θα μπορούσε να προοδεύει και να καλύπτει τα έξοδά της εξ ολοκλήρου από το δικό της πλεονάζον εισόδημα, χωρίς δημόσιο δάνειο! Αυτό είναι ένα γεγονός μεγάλης σημασίας — ότι, παρά τη συνήθη τουρκική κακοδιοίκηση, το νησί δεν έχει χρέος, αλλά η Αγγλία έχει αναγνωρίσει την επιτυχία της τουρκικής διακυβέρνησης πληρώνοντας £96,000 ετησίως ως το αποδεκτό πλεονάζον εισόδημα αυτού του κακοδιοικούμενου νησιού! — το οποίο, με βάση αυτά τα δεδομένα, βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από οποιαδήποτε από τις δικές μας αποικίες.
Για τους Βρετανούς, η Κύπρος ήταν πάντοτε μια επένδυση: μια επένδυση για χρηματικό κέρδος, μια επένδυση στρατηγικής σημασίας, μια επένδυση για τη μετατροπή των Κυπρίων σε υπάκουους υπηρέτες του Στέμματος.
Η Κύπρος και οι Κύπριοι δεν έλαβαν τίποτα ως δώρο και τίποτα από όσα τους δόθηκαν δεν έγινε ποτέ με ατόφια γενναιοδωρία ή καλές προθέσεις.
Οι Κύπριοι, όπως και οι Ινδοί, οι Αφρικανοί, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας κ.ά., θεωρούνταν κατώτεροι λαοί προς υποταγή και «εξευγενισμό».
Και όμως, παρά αυτή την απροκάλυπτη στάση, την άρνηση της κυπριακής αυτοδιάθεσης στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τις βίαιες καταστολές κατά την Παλμερoκρατία, τα απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις πρακτικές βασανιστηρίων κατά την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ, εξακολουθούν να υπάρχουν Κύπριοι που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται τα δεινά της αποικιοκρατίας.
Αυτή είναι ακριβώς η ιδιαιτερότητα της αποικιακής κυριαρχίας: οι υποταγμένοι δεν κατακτώνται μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά.
Έχουμε ενστερνιστεί σε μεγάλο βαθμό την κατωτερότητα της ίδιας μας της κουλτούρας και έχουμε αποδώσει αδικαιολόγητο κύρος στη γλώσσα και τα έθιμα των τέως αποικιακών μας αφεντάδων.
Ακόμη και ορισμένοι από τους πιο εθνικόφρονες Κύπριους θεωρούν επίτευγμα τα παιδιά τους να φοιτούν σε αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία, να σπουδάζουν σε βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ η Βρετανία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα εξιδανικευμένο πρότυπο με το οποίο συγκρίνεται κάθε κυπριακή πρακτική και απόδοση.
Βλέποντας την περιφρόνηση και την απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζεται σχεδόν οτιδήποτε αυθεντικά παραδοσιακό κυπριακό, είναι αδύνατο να μην ασφυκτιά κάποιος κάτω από το βάρος της αποικιακής νοοτροπίας που διατηρείται στην καρδιά της κυπριακής κοινωνίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Κύπριοι και ο πολιτισμός τους είναι άμοιροι ευθυνών ή ότι οι Βρετανοί αποτέλεσαν αμιγές κακό για την Κύπρο· πολλά από τα στοιχεία της αποικιοκρατίας αναπαράγονται και επαναπροσδιορίζονται από τους ίδιους τους Κύπριους, και οι «κακοί ξένοι» δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για όλα μας τα δεινά.
Άλλωστε, δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχημένη αποικιοκρατία χωρίς τη συναίνεση και τη συνεργασία ενός πυρήνα ντόπιας ανώτερης τάξης που επωφελείται από αυτήν.
Ασχέτως, για να μπορέσει η κυπριακή κοινωνία να προχωρήσει ουσιαστικά, να επιβιώσει και να ευημερήσει ο πολιτισμός της, δεν δύναται να αγνοηθεί ότι η Κύπρος, στον πυρήνα της κοινωνίας της, εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το αποικιακό της παρελθόν.