Back to all articles

Κυπριακές παρετυμολογίες (και πώς να τις αποφύγετε)

Δημοσιεύτηκε 12 August 2026 · 5 λεπτά ανάγνωσης

Επιμέλεια από CyTopic Editorial Team

Βρίσκεσαι σε ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ και κάθεσαι με τους φίλους σου να παρακολουθήσετε ποδόσφαιρο. Παρατηρείς ότι ένας συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής δεν τα πάει και τόσο καλά. Αναφωνείς «εν κουτσιά τίποτε τούτος» («δεν πετυχαίνει τίποτα αυτός»). Ένας φίλος σου κατεβάζει με μια γουλιά την υπόλοιπη μπύρα του και χαμογελάει αυτάρεσκα. Όταν τον ρωτάς τι έπαθε το πρόσωπό του, ξεστομίζει επιτέλους αυτό που ήθελε να σου πει τόση ώρα: «ρε, ήξερες ότι το 'κουτσιώ' εν που το 'good shot';». Κοιτάζεις προς τη γενική του κατεύθυνση με ένα αχανές βλέμμα. Ένα κενό μέσα σου σε κατακλύζει λες και είσαι κούφιος. Ήταν μόλις η χιλιοστή φορά που κάποιος σου είπε αυτό την «πληροφορία». Το θέμα, όμως, είναι ότι δεν είναι καν πραγματική. Προσεύχεσαι σε όποιους θεούς της γλωσσολογίας μπορεί να υπάρχουν εκεί έξω να κατακεραυνώσουν τον φίλο σου.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «παρετυμολογίας» ή λαϊκής ψευδοετυμολογίας. Όπως υποδηλώνει και ο δεύτερος όρος, πρόκειται για μια λέξη στην οποία αποδίδεται μια ετυμολογία που είναι λανθασμένη αλλά πιστεύεται ευρέως από το κοινό, συνήθως ως αποτέλεσμα επιφανειακών φωνολογικών ομοιοτήτων. Το «κουτσιώ» πράγματι ακούγεται κάπως όπως θα προέφερε ένας Κύπριος το «good shot» με βαριά προφορά, αλλά αυτό είναι λανθασμένο. Η πραγματική ετυμολογία της λέξης είναι ηχομιμητική, δηλαδή περιέχει ένα ήχο που συνδέεται σημασιολογικά με αυτήν. Συγκεκριμένα μιμείται τον κρότο ξύλου πάνω σε ξύλο σε ένα παραδοσιακό παιχνίδι που ονομάζεται «λιγγρίν», όπου αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός.

Τα κυπριακά ελληνικά είναι γεμάτα τέτοιες παρετυμολογίες:

- βέρικον (μια ποικιλία σταφυλιού): υποτίθεται ότι οφείλεται στο ότι κάποιος Βρετανός το δοκίμασε και αναφώνησε «very good»· στην πραγματικότητα προέρχεται από την εισαγόμενη ιταλική ποικιλία «Berici»

- δισπιρκώ (δυσανασχετώ): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «despair»· στην πραγματικότητα προέρχεται από το μεσαιωνικό γαλλικό συγγενές του, «desperar» ή από άλλη λατινογενή γλώσσα

- σικκιρτώ (δυσφορώ/εκνευρίζομαι): υποτίθεται ότι προέρχεται από την αγγλική φράση «sick and tired»· στην πραγματικότητα προέρχεται από το τουρκικό ρήμα «sıkıldım» (βαριέμαι/με κουράζει κάτι)

- αγγρίζω (θυμώνω): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «angry»· στην πραγματικότητα προέρχεται από την σχεδόν πανομοιότυπη αρχαία ελληνική λέξη «ἀγρίζω»

- αμπάλατος (ασυλλόγιστος/ανόητος άνθρωπος): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «unbalanced»· στην πραγματικότητα προέρχεται από το αραβικό «balid» (το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από την παλαιότερη μορφή της λέξης «balada») που σημαίνει “χαζός”, ή από το ελληνικό «αναπάλωτος» (ανυποχώρητος)

- παμπούλα (φουσκάλα): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «bubble»· στην πραγματικότητα προέρχεται από το μεσαιωνικό ελληνικό «βομβυλίς» το οποίο με τη σειρά του είναι ηχομιμητικό, προερχόμενο από τον ήχο που κάνει όταν σκάει

- μουσιουπέττης (άτυχος/γρουσούζης): υποτίθεται ότι προέρχεται από την αγγλική έκφραση «miss a bet»· στην πραγματικότητα προέρχεται από τα οθωμανικά τουρκικά «musibet» με την ίδια σημασία που έχει η κυπριακή λέξη

- πόξυλλικκιν (ξύλο/ξυλοδαρμός): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «boxing» και την τουρκική κατάληξη «-lik»· στην πραγματικότητα προέρχεται από την κυπριακή λέξη «πόξυλος» (άκαμπτος) και την τουρκική κατάληξη «-lik»

- τσαέρα (καρέκλα): υποτίθεται ότι προέρχεται από το αγγλικό «chair»· στην πραγματικότητα προέρχεται από το μεσαιωνικό γαλλικό συγγενές του, «chaere» (το οποίο παραδόξως προέρχεται και το ίδιο από την αρχαία ελληνική «καθέδρα» μέσω της λατινικής «cathedra»)

Ένα πράγμα που μάλλον έχετε παρατηρήσει μέχρι στιγμής είναι ότι όλες αυτές οι παρετυμολογίες έχουν ένα κοινό στοιχείο: όλες ισχυρίζονται ότι προέρχονται από τα αγγλικά. Αυτό είναι αναμενόμενο για δύο λόγους: α) οι Βρετανοί ήταν οι πιο πρόσφατοι ξένοι κυρίαρχοι της Κύπρου και γλωσσικά δάνεια συχνά προέρχονται από τις γλώσσες των ξένων άρχουσων τάξεων που έρχονται σε επαφή με το νησί και β) είναι συνήθως η μόνη ξένη γλώσσα που γνωρίζει ο μέσος Κύπριος. Φυσικά, μια προφανής αντίφαση εδώ είναι ότι οι Βρετανοί δεν κυβέρνησαν το νησί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε είχαν τόσο έντονη πολιτισμική επίδραση ώστε λέξεις της γλώσσας τους να εισέλθουν στο λεξιλόγιο των κυπριακών ελληνικών σε τέτοια αφθονία. Ακόμη πιο προφανής αντίφαση είναι ότι αυτές οι λέξεις εμφανίζονται σε λαϊκή ή δημοτική παραδοσιακή ποίηση καθώς και άλλα κείμενα ατόμων που δεν γνώριζαν καλά αγγλικά, ή ακόμη και σε παλαιότερα χειρόγραφα, πολύ πριν από την άφιξη των Βρετανών στο νησί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αγγλικές λέξεις δεν εισήλθαν καθόλου στα κυπριακά ελληνικά. Πολλές (κυρίως σύγχρονες) έννοιες που σχετίζονται με την τεχνολογία, την διοίκηση και το ποινικό δίκαιο εμφανίζονται συχνά στα κυπριακά ελληνικά με την αγγλική τους μορφή. Για παράδειγμα, «κουγκρίν» από το «concrete», «άμπουλα» από το «ambulance», καθώς και ένα σωρό λέξεις για εξαρτήματα αυτοκινήτων. Αυτό αποτελεί μια καλή μετάβαση στο επόμενό μας θέμα.

Πώς εντοπίζεις λοιπόν μια παρετυμολογία;

Καταρχάς, αν η πηγή της πληροφορίας είναι ο φίλος σου του οποίου η πιο διανοητικά απαιτητική δραστηριότητα για εκείνη την μέρα ήταν να υπολογίσει πόσες γουλιές θα χρειαζόταν για να κατεβάσει την μπύρα του, τότε μάλλον θα πρέπει να αντιμετωπίσεις αυτή την πληροφορία με κάποια επιφύλαξη.

Πέρα από τα αστεία, τα πιο προφανή σημάδια είναι τα εξής:

1. Ο βαθμός πολυπλοκότητας της ετυμολογίας:

Αν ακούγεται ανεξήγητα περίπλοκη για να εκφράσει μια απλή ιδέα. Για παράδειγμα, το «miss a bet» ακούγεται υπερβολικά περίπλοκος τρόπος για να αποδώσει μια τόσο απλή έννοια όπως το «γρουσούζης».

2. Η παράβλεψη φωνολογικών διαφορών

Οι παρετυμολογίες συνήθως εστιάζουν σε μια γενικευμένη φωνολογική ομοιότητα, αλλά αγνοούν σημαντικές διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να τις καταρρίψουν. Για παράδειγμα, γιατί στο καλό το «τσαέρα» δεν προφέρεται ως «τσιαέρα», ώστε να ταιριάζει με το αρχικό «ch» του αγγλικού, από τη στιγμή που τα κυπριακά ελληνικά διαθέτουν αυτό το φώνημα για πάνω από πέντε αιώνες;

3. Η πολύ χαλαρή σημασιολογική αντιστοίχιση

Συχνά οι παρετυμολογίες παρουσιάζουν σημασιολογικές ομοιότητες ή ταιριάζουν απόλυτα ως προς την σημασία. Άλλες φορές όμως «παρατραβάνε» τον σημασιολογικό ορισμό μιας λέξης (ή φράσης) ώστε να καταστεί δυνατή η ετυμολογία. Για παράδειγμα, όντως το «βέρικον» είναι ένα αρκετά νόστιμο σταφύλι, αλλά δεν νομίζω ότι κάποιος περίμενε να έρθει ένας τυχάρπαστος Βρετανός να το δοκιμάσει για να μπορέσουν επιτέλους να του δώσουν όνομα. Και ακόμη κι αν το περιστατικό ήταν αρκετά αστείο ώστε να αλλάξει κυριολεκτικά τον τρόπο με τον οποίο οι Κύπριοι το αποκαλούσαν, ένα μεμονωμένο τοπικό περιστατικό δύσκολα αρκεί για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το αποκαλούσε ολόκληρος ο πληθυσμός του νησιού.

Ορίστε λοιπόν: ένας συνοπτικός οδηγός για το πώς να μην κάνει κάποιος το ίδιο αστείο λάθος ξανά και ξανά.

Αν έχετε κι άλλες τέτοιες παρετυμολογίες, μην διστάσετε να τις μοιραστείτε. Αν από την άλλη έχετε όμως πιστεύετε πως μπορείτε πράγματι να αποδείξετε ότι αυτές εδώ είναι σωστές: όχι ευχαριστώ.

What did you think of this article?

Ad space (728x90) – supports Cylingo & CyTopic

Want to share your own story? Visit 'Write With Us' on the homepage