Μια ιστορική σύνοψη του πολιτικού κομματισμού στο κυπριακό ποδόσφαιρο
Ο αθλητισμός στο σύνολό του είχε πάντοτε πολιτική χροιά. 1500 χρόνια πίσω στην Κωνσταντινούπολη, οι ομάδες των αρματοδρομιών - οι Βένετοι και οι Πράσινοι - εκπροσωπούσαν αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και έτσι συχνά κατέληγαν σε βίαιες συγκρούσεις. Το 532 μ.Χ. ενώθηκαν στις διαδηλώσεις τους εναντίον του τότε αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ απαιτώντας την παραίτησή του, ένα γεγονός γνωστό ως η στάση του Νίκα. Σε πιο πρόσφατες περιπτώσεις, υπάρχουν πολυάριθμες πολιτικές διαδηλώσεις από υποστηρικτές ποδοσφαιρικών συλλόγων, σύλλογοι που έχουν τις ρίζες τους σε παλαιότερα καθεστώτα των χωρών τους, διαμαρτυρίες ενάντια στην κερδοσκοπική ιδιοκτησία ποδοσφαιρικών συλλόγων κ.λπ.
Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση σε όλα αυτά, όμως υπάρχει μια μοναδική σχέση ανάμεσα στην πολιτική και το ποδόσφαιρο που πηγάζει πολύ βαθύτερα σε σχέση με τις περισσότερες αθλητικές σκηνές ανά τον κόσμο. Διαχέεται στην κουλτούρα όπως λίγα άλλα αθλητικά ζητήματα. Ο κόσμος πιστεύει ότι μπορεί να συμπεράνει ποια ομάδα υποστηρίζεις από το τι πιστεύεις πολιτικά και το αντίστροφο, και ο ποδοσφαιρικός φανατισμός αναμειγνύεται με την πολιτική με έναν εξαιρετικά άμεσο τρόπο.
Η ιστορία ξεκινά στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η χώρα μόλις υπέστη εισβολή και ηττήθηκε από την ναζιστική Γερμανία, και έτσι χωρίστηκε σε διάφορες ζώνες κατοχής: γερμανική, ιταλική και βουλγαρική. Ομάδες αντίστασης σχηματίστηκαν σε όλη την χώρα, με τη μεγαλύτερη να είναι το ΕΑΜ, αποτελούμενο κυρίως από κομμουνιστές του ΚΚΕ. Με το τέλος της κατοχής των δυνάμεων του Άξονα και τη συμφωνία μεταξύ της ΕΣΣΔ και του δυτικού κόσμου για τη μοίρα των απελευθερωμένων χωρών της ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα κατέληξε εκτός του Ανατολικού Μπλοκ. Ωστόσο οι απελευθερωτές της κινούνταν προς την κατεύθυνση ίδρυσης ενός κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ παρενέβησαν στρατιωτικά, ξεκινώντας τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο που διήρκεσε μέχρι το 1947. Ο αντικομμουνιστικός συνασπισμός βγήκε νικητής, και οι ηττημένοι κομμουνιστές έπρεπε είτε να αποκηρύξουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις είτε να φύγουν ως εξόριστοι από την χώρα. Έτσι, το ΚΚΕ ανακηρύχθηκε παράνομο.
Η Κύπρος τότε ήταν μέρος της βρετανικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, αλλά η Ένωση ως ιδέα εξαπλωνόταν μέσα στην ελληνοκυπριακή πολιτική τάξη. Τις προηγούμενες δεκαετίες πολιτικά στοιχεία του ελλαδικού χώρου, εθνικές εορτές και επέτειοι κτλ εισήλθαν στην ελληνοκυπριακή κοινωνία και εκπαίδευση. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τους Τουρκοκύπριους, αφού ο κεμαλισμός έγινε ολοένα και πιο δημοφιλής ιδεολογία μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας.
Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι για τις πρώτες περίπου δύο δεκαετίες του κυπριακού ποδοσφαίρου ήταν ως επί το πλείστον κοινωνικοί όμιλοι που στόχευαν στο να φέρουν κοντά κοινότητες της εργατικής τάξης. Ο ΑΠΟΕΛ στη Λευκωσία, η ΑΕΛ στη Λεμεσό, η Ανόρθωση στην Αμμόχωστο κ.λπ. ήταν σύλλογοι για να συναντιούνται και να κοινωνικοποιούνται οι ντόπιοι Ελληνοκύπριοι, ενώ η Çetinkaya στη Λευκωσία ήταν για την κοινότητα των Tουρκοκυπρίων. Παρόλ’ αυτά, με τα Οκτωβριανά του 1931 ξεκίνησαν και την Παλμεροκρατία που ακολούθησε, οι δημόσια έκφραση του ελληνικού εθνικισμού στην Κύπρο κατεστάλη, και οι πολιτικές ελευθερίες περιορίστηκαν από τον τότε Βρετανό κυβερνήτη Richard Palmer, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην περίοδο αυτή. Θύμα αυτής της καταστολής ήταν και το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου, το οποίο είχε δεσμούς με αυτό της Ελλάδας, καθώς κηρύχθηκε παράνομο και απαγορεύτηκε. Ως αποτέλεσμα, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ξαφνικά απέκτησαν αυξημένη σημασία για τους Ελληνοκύπριους. Λειτουργούσαν ως αναγνωστήρια, κέντρα κοινωνικοποίησης, κοιτίδες κρυφών εθνικιστικών εορτασμών, και γενικότερα λειτουργούσαν ως ασφαλές καταφύγιο για την ελληνοκυπριακή πολιτική έκφραση.
Καθώς ο ελληνικός εμφύλιος ξεκίνησε στην Ελλάδα και παρόμοιες πολιτικές διαιρέσεις ανάμεσα σε εθνικόφρονες και αριστερούς εισήχθησαν στην κυπριακή κοινωνία, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής. Ο Ολυμπιακός Λευκωσίας, για παράδειγμα, ήταν ένα επίκεντρο για τη δραστηριότητα των Χιτών, μελών της Μυστικής Οργάνωσης Χ στην Ελλάδα που ήταν ενεργή κατά την κατοχή του Άξονα και τον εμφύλιο. Αυτή η οργάνωση (με επικεφαλής τον διαβόητο Γεώργιο Γρίβα) ήταν ακροδεξιά, μοναρχική και φανατικά αντικομμουνιστική. Έφεραν την πολιτική βία και τις ρήξεις του εμφυλίου από την Ελλάδα στην Κύπρο, κάτι που ταίριαξε με τις ήδη υπάρχουσες διαιρέσεις της γηγενούς ελληνοκυπριακής πολιτικής.
Με την ολοκλήρωση του εμφυλίου, η Κύπρος ήταν ήδη βαθιά πολιτικά επηρεασμένη από τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Κάποιοι Κύπριοι κομμουνιστές που είχαν σχηματίσει ένα νέο κόμμα, το ΑΚΕΛ, το 1941, πήγαν ως εθελοντές να πολεμήσουν στο πλάι των κομμουνιστών στην Ελλάδα, και το κόμμα προσέφερε τη στήριξή του στο ΕΑΜ. Τότε ήταν που πολιτικοί παράγοντες στα υψηλότερα στρώματα του ελληνοκυπριακού ποδοσφαίρου αποφάσισαν να διασφαλίσουν την ομοιογένεια στην πολιτική σκέψη των μελών τους, υποχρεώνοντάς τους να αποκηρύξουν γραπτώς τους κομμουνιστές στην Ελλάδα και να δηλώσουν την αφοσίωσή τους προς τον Βασιλιά.
Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη έξοδος των Κυπρίων αριστερών από τους συλλόγους τους. Το 1948, αριστερά μέλη της Ανόρθωσης ίδρυσαν τη Νέα Σαλαμίνα, μέλη του ΑΠΟΕΛ ίδρυσαν την Ομόνοια, άλλοι αριστεροί στη Λευκωσία ίδρυσαν τον Ορφέα, και εκείνοι των Πεζοπορικού/ΕΠΑ στη Λάρνακα ίδρυσαν την Αλκή. Αποχώρησαν από την ΚΟΠ (Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου) ώστε να αγωνιστούν στη δική τους ερασιτεχνική ομοσπονδία. Αυτό αποτέλεσε κομβικό σημείο διαχωρισμού ανάμεσα σε εθνικόφρονες και αριστερούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους στην Κύπρο. Αρχικά οι αριστεροί σύλλογοι λειτουργούσαν περισσότερο ως καταφύγια για Κύπριους που ήταν αντιτιθέμενοι προς τον δογματισμό εθνικισμό, αλλά το ρήγμα διευρύνθηκε με τον χρόνο. Το μεγαλύτερο ρήγμα συνέβη στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 καθώς το Κυπριακό πρόβλημα εμφανίστηκε, επιδεινώνοντας το πρόβλημα. Ο Απόλλωνας Λεμεσού που ιδρύθηκε το 1954 ως εθνικόφρον σωματείο εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων, όταν αντιμετώπισε την Ομόνοια στον τελικό κυπέλλου 1964-65 ύψωσε πανό που έγραφαλε “ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΚΕΛ” - μια πρόσδηλη αναγνώριση ότι η Ομόνοια πλέον εκπροσωπούσε τους κομμουνιστές στα μάτια του μέσου φιλάθλου.
Η ίδια κορύφωση του διχασμού στο κυπριακό ποδόσφαιρο θα έφτανε τελικά και στα τουρκοκυπριακά σωματεία. Με την έναρξη της διακοινοτικής βίας τα τέλη του 1957 και κατά το 1958 λόγω του “Taksim” (“διχοτόμηση”) που εξέφρασαν εθνικιστές Τουρκοκύπριοι σαν αντίδραση στον αγώνα της ΕΟΚΑ για Ένωση, η ΚΟΠ αποφάσισε να αποβάλει όλους τους τουρκοκυπριακούς συλλόγους, ανάμεσά τους έναν από τα ιδρυτικά της μέλη, την Çetinkaya. Η βία ανάμεσα σε οπαδούς από τις δύο κοινότητες ήταν σε έξαρση ως προέκταση αυτής της διακοινοτικής βίας, όταν για παράδειγμα εθνικιστικά στοιχεία της τουρκοκυπριακής κοινότητας πυρπόλησαν το σωματείο του Ολυμπιακού. Αυτό έφερε και το οριστικό ποδοσφαιρικό διαζύγιο ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, πολύ πριν από τα αιματηρά γεγονότα της δεκαετίας του ’60 και τη εκ των πραγμάτων διχοτόμηση λόγω της τουρκικής εισβολής. Με αυτό τον τρόπο, αυτό το ρήγμα ήταν προοίμιο της πολιτικής διάσπασης ανάμεσα στις δύο κοινότητες· μια ακόμη ένδειξη της συνάφειας του ποδοσφαίρου με τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα που εξελίσσονταν παράλληλα.
Η μεγάλη εγχώρια επιτυχία της Ομόνοιας κατά την δεκαετία του ’70 την εκτόξευσε στο να γίνει ο πιο δημοφιλής σύλλογος στην Κύπρο (όπως παραμένει μέχρι σήμερα), αποτελώντας το πρότυπο των αριστερών σωματείων στην Κύπρο και απορροφώντας μεγάλο μέρος της οπαδικής βάσης σε όλη το νησί. Ο ΑΠΟΕΛ και η Ανόρθωση, που ήταν οι πιο δημοφιλείς και επιτυχημένοι εθνικόφρονες σύλλογοι εκείνη την εποχή, ήταν οι βασικοί της αντίπαλοι. Η αντιπαλότητα Ομόνοιας-ΑΠΟΕΛ μετατράπηκε σε ιδιαίτερα έντονη, με τα ανάμεσα τους παιχνίδια να βαφτίζονται ως “ντέρμπι των αιωνίων”, παρμένο από το παράδειγμα του Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού στην Ελλάδα.
Η πολιτική εμπλοκή δεν σταμάτησε στο οπαδικό κομμάτι, όμως. Οι κομμουνιστικές διασυνδέσεις της Ομόνοιας της εξασφάλισαν κάποιους υψηλού προφίλ (για τα κυπριακά δεδομένα) προπονητές και ξένους παίκτες από το Ανατολικό Μπλοκ, δίνοντάς της ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Σε πιο πρόσφατα χρόνια, ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρώην ηγέτης του ΑΚΕΛ, ο Δημήτρης Χριστόφιας, φημολογείται ότι είχε παρασκηνιακές συναλλαγές με τον τότε πρόεδρο της Ομόνοιας Μιλτιάδη Νεοφύτου. Άλλα μέλη της πολιτικής σκηνής διατηρούν σχέσεις με οργανωμένους οπαδούς εθνικόφρονων σωματείων, ή ακόμη και συναλλαγές με τα ανώτερα στελέχη των διοικήσεών τους. Αυτό με τη σειρά του έχει σε μεγάλο βαθμό συμβάλει σε ένα κλίμα ουσιαστικής ατιμωρησίας για τις ενέργειες ακραίων οπαδών εκ μέρους των ίδιων των συλλόγων τους, οι οποίοι αρνούνται να τους καταδικάσουν από φόβο αντιποίνων οικονομικά και διοικητικά εντός των συλλόγων.
Αν και η πιο βίαιη περίοδος αυτής της έχθρας ανήκει πλέον στο παρελθόν, οι πολιτικές εκφράσεις παραμένουν διαδεδομένες. Οι οργανωμένοι του ΑΠΟΕΛ, του Απόλλωνα και της Ανόρθωσης συχνά θα υψώνουν ακροδεξιά και εθνικιστικά σύμβολα, πορτρέτα του Γρίβα, και κατά καιρούς έχουν σηκώσει πανό κατά των Τούρκων, υπέρ της φασιστικής στρατιωτικής χούντας των Αθηνών που κυβέρνησε μεταξύ 1967-74 και που είναι υπεύθυνη για το πραξικόπημα του 1974 κατά του Μακαρίου στην Κύπρο κ.λπ. Οι οργανωμένοι της Ομόνοιας υψώνουν πορτρέτα του Τσε Γκεβάρα, σημαίες με το σφυροδρέπανο, πανό σε αναφορά προς τη Σοβιετική Ένωση, και έχουν ακόμη κάψει ελληνικές σημαίες κατά τη διάρκεια αγώνων για να προκαλέσουν αντιδράσεις στους αντιπάλους τους. Επιπλέον, η μετατροπή του ποδοσφαιρικού τμήματος της Ομόνοιας σε εταιρεία το 2018 ώθησε τους οργανωμένους της (γνωστούς ως Θύρα 9) να αποχωρήσουν και να ιδρύσουν τον δικό τους σύλλογο: την Ομόνοια 29ης Μαΐου.
Παρόλο που σήμερα σε μεγάλο βαθμό ο άνωθι πολιτικός συμβολισμός είναι συχνά επιπόλαιος και αποσκοπεί στο να προκαλέσει και να ενοχλήσει τον εκάστοτε αντίπαλο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο κομματισμός και ο πολιτικός εξτρεμισμός επιβιώνουν ανάμεσα στις σκληροπυρηνικές οπαδικές βάσεις των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Εξακολουθουν να επηρεάζουν το κυπριακό ποδόσφαιρο με ουσιαστικούς τρόπους τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου, αποτελώντας εστίες πολιτικής στρατολόγησης και κανονικοποίησης διαφόρων πολιτικών ιδεολογιών. Από τους πιο πρόσφατους τρόπους που εκδηλώθηκαν αυτά ήταν με το πογκρόμ της Λεμεσού το 2023 κατά ξένων μεταναστών και των επιχειρήσεών τους, με τους οργανωμένους του Απόλλωνα να πρωταγωνιστούν. Από την άλλη, οι υποστηρικτές της Ομόνοιας συχνά υψώνουν παλαιστινιακές σημαίες ως ένδειξη αλληλεγγύης λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στη Γάζα.